μώλωψ,-ωπος

μώλωψ,-ωπος
+ N 3 3-0-2-1-3=9 Gn 4,23; Ex 21,25(bis); Is 1,6; 53,5
stripe, bruise
→ MM; TWNT

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • μωλωπάδες — μωλωπάδες, αἱ (Μ) μελανιές από χτύπημα, μώλωπες. [ΕΤΥΜΟΛ. < μώλωψ, ωπος + επίθημα άς, άδος (πρβλ. μαιν άς)] …   Dictionary of Greek

  • μωλώπωσις — μωλώπωσις, ἡ (Α) μωλωπισμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μώλωψ, ωπος, μέσω ενός αμάρτυρου ρ. *μωλωπῶ, όω] …   Dictionary of Greek

  • παλαιομώλωψ — παλαιομώλωψ, ωπος, ὁ (Α) ο από παλιά πανούργος, δόλιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παλαιο * + μώλωψ «πληγή, σημάδι, τραύμα από δαρμό»] …   Dictionary of Greek

  • ύδρωπας — ο / ὕδρωψ, ωπος, ΝΜΑ, και λόγιος τ. ύδρωψ Ν, και τ. ὑδρῶψ Α ιατρ. μη φυσιολογική συλλογή ορώδους υγρού σε κοιλότητες ή σε κοίλα όργανα τού σώματος ή στους διάμεσους ιστούς και, σπανιότερα, ακόμη και στον ενδοκυττάριο χώρο, οφειλόμενη σε γενική… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”